Είναι ευγνώμων όποιος δεν λυπάται για όσα δεν έχει, αλλά νιώθει χαρά για όσα έχει. Δημόκριτος, D.K.231


Νέα της στιγμής

Loading...
Loading...

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Η Αλγεβρα των αρχαίων Ελλήνων


Γαλδαδάς Αλκης

Αντίθετα με ό,τι πιστεύαμε ως σήμερα, η Αλγεβρα δεν είναι επινόηση των Αράβων. Νέα μελέτη αποδεικνύει ότι παλαιότερα οι αρχαίοι Ελληνες είχαν εφεύρει «αλγεβρικούς» τρόπους επίλυσης πρακτικών προβλημάτων

Αν θέλεις να έχεις επιτυχία στο ψάξιμο των παλαιών χειρογράφων, καλό είναι να αποκτήσεις μερικά από τα προσόντα που διέθεταν οι παλιές κεντήστρες. Μάτι εξασκημένο στις λεπτομέρειες, παρατηρητικότητα, αυτοσυγκέντρωση, πειθαρχία, υπομονή, γνώσεις για την κάθε βελονιά και αντίστοιχα για το κάθε σημαδάκι που θα συναντήσεις, αξίζει να δίνεις σημασία ακόμη και στα περιθώρια, να έχεις μια αίσθηση για το έργο ολοκληρωμένο, επίσης να διαθέτεις πείρα, λίγη τύχη ίσως, και μαζί με όλα τα προηγούμενα άπειρο χρόνο.

Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που τους ενδιαφέρει να περνούν, όχι ημέρες και εβδομάδες μόνο, αλλά χρόνια ολόκληρα, κάνοντας αυτό χωρίς καν αμοιβή και καθηγητές Πανεπιστημίου που πέρα από την καθοδήγηση να μπορούν να εκτιμήσουν ένα εύρημα.

«Βρήκα κάτι που νομίζω ότι θα σας ενδιαφέρει. Στα σχόλια του Θέωνα, στο βιβλίο 13 της "Σύνταξης", υπάρχει σε αρκετά σημεία η παραπομπή "ζήτει το εξής εν τοις σχολίοις"...». Ετσι άρχιζε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που η μαθηματικός, υποψήφια διδάκτωρ κυρία Ιωάννα Σκούρα έστελνε στον καθηγητή της κ. Γιάννη Χριστιανίδη, αναπληρωτή καθηγητή στην Ιστορία των Μαθηματικών στο τμήμα το ειδικό για τη Θεωρία της Επιστήμης (ΜΙΘΕ). Ο καθηγητής με τη σειρά του, όντας ένας από τους πιο αφοσιωμένους μελετητές του Διόφαντου, κατάλαβε από την αρχή ότι αυτό το κάτι θα ενδιέφερε πολύ περισσότερους από τους λίγους ειδικούς μελετητές του Πτολεμαίου, του Διόφαντου, των σχολίων του Θέωνος και της ύστερης ελληνικής αρχαιότητας. Οτι θα έδινε μια καινούργια διάσταση στην άποψη τη σχετική με την ευχέρεια της χρήσης από τους έλληνες μαθηματικούς «αλγεβρικών» μεθόδων επίλυσης προβλημάτων. Αιώνες προτού οι Αραβες μάς παρουσιάσουν τη δική τους, αναμφισβήτητα χρήσιμη, συστηματοποίηση των αλγεβρικών μεθόδων, μετά τον 9ο αιώνα μ.Χ.

Το άλμα στις εξισώσεις

Οπως εξηγεί ο κ. Χριστιανίδης, υπάρχει μια γενικότερη διελκυστίνδα σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο σχετικά με τη συνεισφορά των Αράβων ως προς αυτό που ονομάζουμε «Αλγεβρα». Τα εισαγωγικά εδώ μπαίνουν για να τονιστεί πως δεν πρόκειται για την ολοκληρωμένη μορφή του οικοδομήματος που σήμερα γνωρίζουμε, ως ξεχωριστό κλάδο των Μαθηματικών με αρνητικούς και θετικούς αριθμούς, με μεταβλητές και παραμέτρους, με θεωρήματα για ομάδες, δακτυλίους και σώματα. Αυτό που πήρε τότε το όνομα Αλγεβρα ήταν στον πυρήνα του η έκφραση με εξισώσεις ενός γενικού τρόπου να λύνεις προβλήματα. Με δυο λόγια, είχαν από την εποχή του Διόφαντου τουλάχιστον και δεν ξέρουμε ακόμη πόσο πιο πριν, οι έλληνες μαθηματικοί βρει τον τρόπο προβλήματα που λύνονταν συνήθως μια περίπλοκη σειρά αλγοριθμικών βημάτων, με πρακτική αριθμητική όπως λέγαμε στο δημοτικό σχολείο, να τα λύνουν μεταφράζοντας το πρόβλημα σε εξίσωση με τη χρησιμοποίηση κάτι αντίστοιχου με τον δικό μας σημερινό άγνωστο Χ. Δηλαδή να καταστρώνουν και εκείνοι μια εξίσωση και να φθάνουν πολύ πιο εύκολα στο αποτέλεσμα.

Η σημασία της ανακάλυψης που έγινε στην έδρα της Ιστορίας των Μαθηματικών από τους Χριστιανίδη και Σκούρα έγκειται στο ότι βρέθηκε και αποδείχθηκε πως ο μαθηματικός Θέων χρησιμοποίησε και σε άλλα πεδία την «αλγεβρική» μέθοδο του Διόφαντου, που ήταν μάλλον σε κοινή χρήση από τους τότε ανθρώπους, για τη λύση πρακτικών αριθμητικών προβλημάτων. Προχώρησε δηλαδή στη λύση ενός καθαρά γεωμετρικού μετρητικού προβλήματος, με προέλευση από την αστρονομία, αφού σχετιζόταν με την τροχιά του πλανήτη Αρη, μετατρέποντάς το σε εξίσωση. Ηταν η πρώτη φορά, με τη βοήθεια του χειρογράφου και των σχολίων των χαραγμένων επάνω σε αυτό, που επιβεβαιώθηκε κάτι τέτοιο και έχει σαν σημαντική συνέπεια να θεωρούμε ότι κάπου αλλού μάλλον βρίσκονται οι ρίζες αυτής της πρωτόφτιαχτης, προ-νεωτεριστικής (pre-modern) Αλγεβρας από ό,τι για χρόνια πιστευόταν.

Μια σχολή μελετητών επιμένει ότι όλα τα ξεκίνησαν οι Αραβες και ότι πριν δεν υπήρχε τίποτε σχετικό με τη μαθηματική σκέψη με αλγεβρικούς όρους. Απέναντι σε αυτή την άποψη αντιπαρατέθηκε μια άλλη επίσης απολυταρχική σχολή. «Οι Αραβες δεν έκαναν τίποτε παραπάνω από το να μεταφράσουν και να διασώσουν κείμενα και δεν προσέθεσαν μια γραμμή στο σώμα των ήδη γνωστών μαθηματικών θεωριών». Τώρα, μετά και την αποδοχή του ευρήματος των δύο ελλήνων μαθηματικών και τη δημοσίευση, έπειτα από κρίση, σε ένα από τα αυστηρότερα περιοδικά του χώρου, στο ιαπωνικό SCIAMVS (14, 2013 41-57), μπορούμε να λέμε ότι πλέον μάλλον θα ανιχνευθούν προς διαφορετική κατεύθυνση οι βασικές ρίζες της Αλγεβρας. Ο Διόφαντος και ο Θέων δείχνουν την κατεύθυνση αυτή.

Ψηλαφώντας τα χειρόγραφα
Ενας ερευνητής, και μάλιστα Ελληνας, μπορεί, αντί να βασιστεί στις εκδόσεις των έργων των αρχαίων ελλήνων μαθηματικών από άλλους, και μάλιστα ξένους, να καθήσει να τα διαβάσει προσεκτικά ο ίδιος. Δεν είναι απλό, αλλά συχνά ανταμείβεται για την υπομονή του και την επένδυση σε χρόνο, αφού πρέπει πρώτα να περάσεις και από μια εκπαίδευση στην ανάγνωση παλαιογράφων. Στην περίπτωση λοιπόν των σχολίων του Θέωνος, χρησιμοποιήθηκε ένα αντίγραφο σε ηλεκτρονική μορφή από τον λεγόμενο κώδικα Vaticanus Graecus 198. Εκεί υπάρχει και το δέκατο τρίτο βιβλίο των σχολίων του Θέωνα αλλά δεν προσφέρεται για απλή και απρόσκοπτη ανάγνωση. Ισως και γι' αυτό να πέρασε σχετικά ανεκμετάλλευτο ως σήμερα. Υπάρχει το λεγόμενο τρέχον κείμενο, αλλά συχνά εδώ διακόπτεται η ροή με την υπόδειξη προς τον αναγνώστη «ζήτει το εξής εν τοις σχολίοις» ή «ζήτει το εξής εν τοις σχολίοις μέχρι τέλους».

Με αυτή την κάπως γριφώδη για τον αμύητο προτροπή ο Θέων, διακόπτοντας τη ροή του κειμένου του, στέλνει τον αναγνώστη στο κείμενο του Πτολεμαίου, που βρίσκεται και αυτό γραμμένο σε άλλο σημείο του πακέτου όλων αυτών των φύλλων που συγκροτούν τον κώδικα μαζί με τα αντίστοιχα σχόλια μεταφερμένα με επιμέλεια στο περιθώριο από τον άγνωστο αντιγραφέα. «Αναζήτησε τη συνέχεια στα σχόλια» ή «αναζήτησε τη συνέχεια και διάβασε εκεί το τέλος του (συγκεκριμένου) θέματος», διότι ο συγγραφέας εννοούσε πως στο ρέον κυρίως κείμενό του θα καταπιαστεί με κάτι καινούργιο. Και όταν έχεις την υπομονή να φθάσεις ως εκεί ακολουθώντας τα υπομνηστικά σημάδια, πρέπει στη συνέχεια να αναγνωρίσεις από τα ίχνη που έχει αφήσει στο περιθώριο ο (αντι)γραφέας για ποιο από όλα τα εκεί χαοτικά τοποθετημένα σχόλια πρόκειται.

Η γλώσσα των Μαθηματικών τότε
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Θέων σε ένα αστρονομικό πρόβλημα του Πτολεμαίου, όπου υπάρχει και ένα συνοδευτικό γεωμετρικό σχήμα, εκτός από τη γεωμετρική απόδειξη που κάθεται και (ξανα)κάνει, συνεχίζει και μεταφράζει τα δεδομένα και τα ζητούμενα μεγέθη στη γλώσσα που είχε εισαγάγει ο Διόφαντος, με τρόπο που να σχηματιστεί μια εξίσωση. Αλλά και αυτό είναι απλό να το παρουσιάζεις περιγραφικά αλλά όχι το ίδιο εύκολο να το αναγνωρίσεις αν δεν κατέχεις τη μαθηματική γλώσσα της εποχής εκείνης. Μην ψάχνεις να βρεις κανέναν άγνωστο Χ ή τη στερεότυπη δράση που ξέρει και ο κάθε μαθητής σήμερα: χωρίζω γνωστούς από αγνώστους, αλλάζω τα πρόσημα (δεν γινόταν λόγος τότε για αρνητικούς αριθμούς). Με δυο λόγια, δεν χρησιμοποιούσαν τον δικό μας συμβολισμό. Πρέπει λοιπόν κάποιος να κατέχει καλά τον Διόφαντο για να βγάλει νόημα και να εκτιμήσει την ανακάλυψη. Αφού λοιπόν στην εργασία τους οι δύο ερευνητές αναλύσουν όλη την επίλυση του Θέωνος, ασχολούνται ιδιαίτερα με μια φράση αποφασιστικής σημασίας: «διά της των Διοφαντείων αριθμών αγωγής».

Σύμφωνα με τον κ. Χριστιανίδη, τη λέξη αριθμός οι αλγεβριστές εκείνη την εποχή τη χρησιμοποιούσαν με δύο έννοιες: απλά για να δηλώσουν το σύμβολο που αντιπροσώπευε την αντίστοιχη αριθμητική αξία, δηλαδή ο αριθμός ε (το 5 της εποχής εκείνης), αλλά υπήρχε και μια δεύτερη έννοια πιο τεχνική, π.χ. με το όνομα «1 Αριθμός» εννοούσαν αυτό που εμείς σήμερα λέμε «άγνωστος Χ».  Επίσης ήταν γνωστοί και άλλοι τέτοιοι αλγεβρικοί αριθμοί, όπως «δύναμις», «κύβος», «δυναμοδύναμις»... Ολοι αυτοί οι αριθμοί συγκροτούν μια γλώσσα, την τεχνική γλώσσα της άλγεβρας της εποχής εκείνης, στην οποία μετέφραζαν το κάθε πρόβλημα. Προϊόν αυτής της μετάφρασης ήταν η εξίσωση. Ετσι μια έκφραση όπως «2 αριθμοί και 3 μονάδες είναι ίσα με 10 μονάδες» είναι μια εξίσωση, σαν τη δική μας 2Χ + 3 = 10. Αυτούς τους αριθμούς χαρακτηρίζει ο Θέων «Διοφαντείους αριθμούς». Στην ουσία ήταν τα αλγεβρικά εργαλεία της εποχής.

Επίσης αξιοπρόσεκτη είναι και η χρήση της λέξης «αγωγή». Εδώ φαίνεται ότι επρόκειτο για μια γνωστή και χρησιμοποιούμενη και από άλλους μέθοδο, κάτι ανάλογο με το δικό μας σημερινό «χρησιμοποίησα τη Μέθοδο των τριών για να το βρω». Αρα βγάζουμε και το συμπέρασμα ότι στη διάρκεια των χρόνων που μεσολάβησαν από τον Διόφαντο ως τον Θέωνα αυτές οι αλγεβρικές μέθοδοι όχι μόνο απαθανατίστηκαν και δεν χάθηκαν, αλλά ήταν πλέον ένα μαθηματικό εργαλείο σε χρήση. Και με τη διάχυσή τους αυτή για αρκετούς αιώνες κίνησαν αργότερα την προσοχή των αράβων μαθηματικών όπως ο Αλ Χουραΐζμι, οι οποίοι αναμφισβήτητα πήγαν και αυτοί τη γνώση λίγο παρακάτω.

Η ερευνητική ομάδα από το ΜΙΘΕ, προφανώς σε αναγνώριση της σημασίας της εργασίας αυτής, έχει προσκληθεί και θα παρουσιάσει την Τετάρτη 5 Μαρτίου τα σχετικά σε συνάντηση στο Παρίσι, τον Μάιο αυτό θα επαναληφθεί στο Λονδίνο, μετά στο Ισραήλ και μάλλον θα υπάρξουν και άλλοι που θα ήθελαν να μάθουν για το πώς ο Διόφαντος μέσα από τα σχόλια του περιθωρίου και την παρατηρητικότητα κάποιων ξαναμπαίνει στην κεντρική σκηνή.


Ελληνες και Αραβες

Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος

Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος έζησε περίπου από το 90 ως το 168 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια, έγραψε όλα τα έργα του στα ελληνικά και οι σύγχρονοί του παρ' όλο που λέγεται ότι καταγόταν από τη Νότια Αίγυπτο τον θεωρούσαν Ελληνα, αφού και το όνομά του ακόμη παρέπεμπε στον έλληνα επίγονο και διάδοχο του Αλεξάνδρου στην Αίγυπτο. Ενα από τα γνωστότερα έργα του, για αιώνες σύγγραμμα αναφοράς για την Αστρονομία, ήταν η λεγόμενη «Μαθηματική Σύνταξη», αποτελούμενη από 13 βιβλία, που οι βυζαντινοί λόγιοι την ανέφεραν ως «Μεγίστη Μαθηματική Σύνταξη» και όταν τη μετέφρασαν οι Αραβες έγινε πιο γνωστή, εξαιτίας και της πρόταξης του αραβικού άρθρου «Αλ», ως «Αλμαγέστη».

Πέρα από τους αστρονομικούς πίνακες τους σχετικούς με την κίνηση των πλανητών και άλλων ουρανίων σωμάτων, ο Πτολεμαίος ασχολείται και με διάφορα άλλα προβλήματα που απαιτούν μαθηματικούς υπολογισμούς. Μόνο που σε πολλά σημεία δεν κάνει τον κόπο να παρουσιάσει αναλυτικές αποδείξεις θεωρώντας αυτές ως κάτι ευκολοαπόδεικτο. Ετσι έδωσε την ευκαιρία σε έναν άλλο μαθηματικό, τον Θέωνα, διευθυντή στο Μουσείο της Αλεξανδρείας, που έζησε κατά το Λεξικό του Σουίδα την εποχή της αυτοκρατορίας του Θεοδοσίου Α' (379-395 μ.Χ.), πατέρα της δολοφονημένης από το πλήθος σπουδαίας γυναίκας μαθηματικού Υπατίας, να γράψει άλλα δεκατρία βιβλία γεμάτα με σχόλια αντίστοιχα το καθένα με αυτά του Πτολεμαίου. Τα σχόλια αυτά εκδόθηκαν για πρώτη φορά μαζί με τη «Μεγίστη» το 1538 στην κλασική έκδοση του Joachim Camerarius. Σε αυτά δηλαδή διευκρίνιζε, απεδείκνυε, συμπλήρωνε. Δυστυχώς έχουν χαθεί το ενδέκατο βιβλίο των σχολίων και τμήματα από το πέμπτο και από άλλα βιβλία. Εχουν εκδοθεί τα τέσσερα πρώτα το 1936-1943 από τον Rome, και εκείνος υπεδείκνυε στους επομένους από αυτόν να κοιτάξουν με επιμέλεια και τα επόμενα, αλλά η υπόδειξή του αυτή για δεκαετίες αγνοήθηκε.


Ο Διόφαντος

Ο Θέων είναι φανερό από τα σχόλιά του ότι ήταν απόλυτα εξοικειωμένος με τα Μαθηματικά του Διόφαντου. Του έλληνα μαθηματικού που έζησε στην Αλεξάνδρεια  περί το 300 μ.Χ. και είναι γνωστό πως χρησιμοποιούσε «αλγεβρικές μεθόδους» για να λύνει διάφορα αριθμητικά προβλήματα. Αυτά τού έδωσαν και το προσωνύμιο «πατέρας της Αλγεβρας», αλλά μιας Αλγεβρας περισσότερο πρακτικής από όσο τη γνωρίζουμε σήμερα, ευφυούς όμως και λειτουργικής για τις γνώσεις της εποχής.Ο Μοχάμαντ Ιμπν Μουσά αλ Χουραΐζμι (περίπου 787-850 μ.Χ.) ήταν ένας πέρσης μαθηματικός που έζησε στη Βαγδάτη, στο ανάκτορο του χαλίφη Αλ Μανσούρ. Εισήγαγε στα μαθηματικά τους ινδικούς αριθμούς και το θεσιακό δεκαδικό σύστημα, και το 820 εξέδωσε το πρώτο μεγάλο βιβλίο για την Αλγεβρα της εποχής, ενώ και η λέξη αλγόριθμος είναι παραφθορά του ονόματός του. Από εκείνη την εποχή αρχίζει και η μαθηματική επιστήμη να χρωματίζεται από την επαφή των αράβων μαθηματικών με αυτήν.

www.tovima.gr

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Στο φως άλλο ένα νέο τραγούδι της Σαπφούς




ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ*

Τζον Ουίλιαμ Γκούντγουορντ, «Στις μέρες της Σαπφούς» (1904). Κάθε φορά που ανακαλύπτονταν νέα παπυρικά αποσπάσματα με κείμενα της Σαπφούς, η επιστημονική κοινότητα και ο Τύπος παραληρούσαν από συγκίνηση.
Τζον Ουίλιαμ Γκούντγουορντ, «Στις μέρες της Σαπφούς» (1904). Κάθε φορά που ανακαλύπτονταν νέα παπυρικά αποσπάσματα με κείμενα της Σαπφούς, η επιστημονική κοινότητα και ο Τύπος παραληρούσαν από συγκίνηση.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 1896-1897 δύο νεαροί επιστήμονες, ο Bernard Grenfell και ο Arthur Hunt, διεξάγοντας ανασκαφές περίπου 300 χιλιόμετρα νότια της Αλεξάνδρειας ή 150 χιλιόμετρα νότια του Καΐρου, όταν η Αίγυπτος ήταν υπό βρετανική εξάρτηση, ανακάλυψαν έναν τεράστιο αριθμό (κυρίως ελληνικών) παπύρων στην τοποθεσία της αρχαίας πόλης της Οξυρρύγχου (Οξυρρύγχων πόλις). Ο πρώτος τόμος στη σειρά επιστημονικών εκδόσεων παπύρων της Οξυρρύγχου κυκλοφόρησε ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα, το 1898. Ηδη στον τόμο αυτόν, το πρώτο μη θρησκευτικό κείμενο, σωζόμενο σε πάπυρο, που δημοσιεύτηκε, προκάλεσε πρωτοφανή ενθουσιασμό στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα και στον Τύπο: το παπυρικό εκείνο απόσπασμα διέσωζε κείμενο της Σαπφούς (Ρ.ΟΧΥ. 7). Και η αντίδραση αυτή ήταν αναμενόμενη: στην αρχαιότητα η Σαπφώ ήταν συχνά γνωστή απλώς ως η ποιήτρια (χωρίς να χρειάζεται αναφορά στο όνομά της) και ο Ομηρος ως ο ποιητής (και πάλι χωρίς αναφορά στο όνομα).

Η πολυπλοκότητα της πολιτισμικής πολιτικής που συνδέεται με την επίδραση των κειμένων τους στις μετέπειτα εποχές παραμένει απαράμιλλη στα γεωγραφικά όρια της Ευρώπης. Μετά το 1898, άρχισαν να ανακαλύπτονται ανάμεσα στους παπύρους της Οξυρρύγχου (που είχαν ήδη μεταφερθεί στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης) πολλά καινούργια παπυρικά αποσπάσματα με κείμενα της Σαπφούς. Και κάθε φορά που γινόταν μία τέτοια θεαματική ανακάλυψη, η επιστημονική κοινότητα και ο Τύπος παραληρούσαν από συγκίνηση και έντονες αντιδράσεις.

Σκοπός των παπυρολόγων είναι η «αρχαιολογική», άκρως τεχνική και ευρύτερα πολιτισμική προσέγγιση του αρχαίου υλικού που διαρκώς έρχεται στο φως στο πλαίσιο της έρευνάς τους σε παπυρολογικές συλλογές ανά τον κόσμο. Τις περισσότερες φορές ο τόπος προέλευσης των παπύρων είναι ή γίνεται άμεσα γνωστός στην επιστημονική κοινότητα και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Τι συμβαίνει, ωστόσο, όταν στοιχεία για τον τόπο προέλευσης δεν αποκαλύπτονται ή δεν δημοσιοποιούνται; Το θέμα είναι εξαιρετικά σύνθετο και σκοπεύω να επικεντρωθώ σε αυτό σύντομα σε άλλο άρθρο. Εχει, ωστόσο, κάποια σχέση με την πολύ πρόσφατη, σημαντική ανακάλυψη παπυρικών αποσπασμάτων ποιητικών συνθέσεων της Σαπφούς, που ανήκουν σε ανώνυμη συλλογή. Ας εστιάσω, επομένως, την προσοχή μου μόνο στην ανακάλυψη και ας μην εξετάσω, τουλάχιστον εδώ, το θέμα της έλλειψης στοιχείων για τον τόπο προέλευσης του παπύρου.

Καινούργια αποσπάσματα κειμένων της Σαπφούς ανακαλύφθηκαν και δημοσιεύθηκαν και το 2004 στη Γερμανία, προκαλώντας τέτοιο επιστημονικό πυρετό στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να τον φαντασθεί αν δεν ασχολείται συστηματικά με τον πολιτισμό. Την ελληνική επιστήμη η ανακάλυψη εκείνη του 2004 δεν την άγγιξε με αντίστοιχο τρόπο. Ισως ευρύτερες πολιτισμικές και άλλες αναζητήσεις στην Ελλάδα του 2004 και των επόμενων ετών δεν συνέβαλαν στη δημιουργία έντονου ενδιαφέροντος.

Πυρετός

Η ακόμα πιο πρόσφατη ανακάλυψη και μερική, προκαταρκτική δημοσίευση πριν από λίγες ημέρες (στα τέλη Ιανουαρίου του 2014) ενός τμήματος παπύρου που διασώζει «μπαλάντα;» μιας τόσο διάσημης φιγούρας του έβδομου αιώνα π.Χ. όπως η Σαπφώ (η τελική δημοσίευση θα πραγματοποιηθεί σε λίγους μήνες) δεν μπορεί παρά να προκαλέσει –κυρίως επειδή είναι η δεύτερη σημαντική ανακάλυψη κειμένων της μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια– έντονη περιέργεια στην Ελλάδα αλλά και πυρετό ενθουσιασμού.

Τα κείμενα αυτά (εσκεμμένα δεν θα αναφέρω εδώ τον αριθμό τους, αν και μελετητές εκτός της επιστήμης της Παπυρολογίας μιλούν μόνο για δύο) σώζονται σε πάπυρο που, κατά τη γνώμη του παπυρολόγου και εκδότη τους Dirk Obbink, μπορεί να χρονολογηθεί στον τρίτο αιώνα μ.Χ. (νομίζω, ωστόσο, ότι μια ενδελεχής εξέταση θα μπορούσε να οδηγήσει σε λίγο πιο πρώιμη χρονολόγηση). Η απόδοση των κειμένων στη Σαπφώ ενισχύεται, μεταξύ άλλων, από τη μερική ταύτισή τους με άλλα αποσπάσματά της που είχαν βρεθεί παλαιότερα.

Ανατρέπονται τα επιχειρήματα

Για έναν ιστορικό της πρόσληψης του αρχαϊκού και κλασικού ελληνικού πολιτισμού και σκέψης σε μετέπειτα περιόδους, η τόσο πρόσφατη αυτή ανακάλυψη αναπόφευκτα τροποποιεί ή επιβεβαιώνει τα όσα έχει υποστηρίξει σε βιβλία ή άλλες δημοσιεύσεις: μέχρι σήμερα, μετά τις δύο προαναφερθείσες ανακαλύψεις του 2004 και του 2014, η τύχη έχει –ίσως απλόχερα– παραμείνει με το μέρος μου. Ας σταθώ εδώ σύντομα μόνο στην τελευταία ανακάλυψη, εφόσον έχω πραγματευθεί αλλού αυτήν του 2004.

Ηδη το 2002, Αμερικανός μελετητής υποστήριξε σε εκτενή δημοσίευσή του ότι η συζήτηση του ιστορικού Ηρόδοτου για τα (συναρπαστικά) τραγούδια που συνέθεσε η Σαπφώ για τον αδελφό της Χάραξο (ακόμη και το όνομα ενός άλλου, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, αδελφού της, του Λάριχου) δεν αντικατοπτρίζει καθόλου την αρχαϊκή πραγματικότητα, αλλά συνιστά κατασκεύασμα μεταγενέστερων συγγραφέων. Ο έντονος σχετικισμός του μελετητή αυτού ικανοποίησε απόλυτα τον αντίστοιχα ισχυρό (κάποιες φορές) σχετικισμό της εποχής μας. Η νέα ανακάλυψη που ανακοινώθηκε στα τέλη Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους ανατρέπει πολλά από τα επιχειρήματα του συγκεκριμένου μελετητή (τα οποία είχα ανασκευάσει εκτενώς το 2007), εφόσον σε ένα από τα καινούργια κείμενα της Σαπφούς ο Χάραξος και ο Λάριχος εμφανίζονται πρωταγωνιστές.

Αλλά μπορούμε να δούμε τα πράγματα ίσως ευρύτερα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ανασκευή του (αρκετές φορές υγιούς) σχετικισμού αλλά και των γενικευτικών προσεγγίσεων που επικρατούν σήμερα στις ιστορικές επιστήμες κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες (και στην Ευρώπη) μας κάνει να αναλογιστούμε περαιτέρω σύνθετα μεθοδολογικά ζητήματα που έχουν συζητηθεί ευφυώς από συγκεκριμένους ανθρωπολόγους σχετικά με το πώς μπορούν να προσεγγιστούν οι πολυπλοκότητες ιστορικών φαινομένων (πολυπλοκότητες τις οποίες κάποιες φορές δεν παίρνουμε στα σοβαρά όταν ο επιστημονικός μας λόγος επιθυμεί μάλλον τη διατύπωση εντυπωσιακών, αλλά τελικά σχηματικών ή και απλουστευτικών, για ευρεία κατανάλωση, θεωριών και επιχειρημάτων). Εξαιρετικά δύσκολη, συμπεραίνει ίσως κανείς, η διατύπωση θεωριών (ανθρωπολογικών ή ιστορικών) για οποιοδήποτε (ακόμη και το πιο απλό, φαινομενικά) πολιτισμικό γεγονός και φαινόμενο.

Ενα από τα νέα κείμενα

Μόλις όλα τα καινούργια αυτά παπυρικά κείμενα δημοσιευθούν, ο επιστημονικός διάλογος θα δοκιμαστεί και πάλι. Εδώ σταματώ, προς το παρόν. Ας κλείσει το συγκεκριμένο άρθρο με ένα από τα τραγούδια (όπως μπορεί να ονομάσει κανείς τα κείμενα αυτά, εφόσον συνοδεύονταν από μουσική κατά την εποχή σύνθεσής τους) της Σαπφούς που έχουν (και αυτό είναι συναρπαστικό) ημερομηνία έκδοσης το 2014. Δίνω, λοιπόν, την πρώτη (όπως με ενημερώνουν συνάδελφοι στην Ελλάδα) μετάφρασή του:

Πάντα μιλάς αδιάκοπα, λες ότι ο Χάραξος έρχεται, να, ήλθε με πλοίο όχι άδειο. Αυτά, νομίζω, τα γνωρίζει ο Δίας
και σύμπαντες οι θεοί. Κι εσύ δεν ωφελεί να τα λογίζεσαι
Αλλά στείλε με και ζήτησέ μου
πολλές να κάνω προσευχές στην αρχόντισσα Ηρα, να φτάσει ο
Χάραξος εδώ,
φέρνοντας και το πλοίο σώο,
να βρει κι εμάς γερούς. Τα άλλα, όλα ας τα αφήσουμε στους θεούς.
Αφού, ναι, ευδία γρήγορα ακολουθεί μετά από σφοδρή ανεμοζάλη.
Και εμείς, αν την κεφαλή του ορθώσει (;) ο Λάριχος και αν γίνει άνδρας κάποτε,
γοργά θα λυτρωθούμε
από βαρυθυμίες που κλονίζουν.

​​* Ο κ. Δημήτρης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών, στο Τμήμα Κοινωνικής και Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας, και στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Johns Hopkins των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Eίναι επίσης συνιδρυτής του Ερευνητικού Σεμιναρίου Πολιτισμικής Πολιτικής του Κέντρου Διεθνών Σχέσεων Weatherhead του Πανεπιστημίου Harvard και έχει διατελέσει πανεπιστημιακός ερευνητής στο διεπιστημονικό ίδρυμα Society of Fellows, Πανεπιστήμιο Harvard.

Έντυπη

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

«Γιατί διδάσκουμε Αρχαία Ελληνικά στα παιδιά»


Ι.Θ. Κακριδής: «Γιατί διδάσκουμε Αρχαία Ελληνικά στα παιδιά»


Ανέκδοτη ομιλία του Ι.Θ. Κακριδή για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών*

Κείμενο: Ι.Θ. Κακριδής

Αληθινά λυπούμαι που τον καιρό αυτό είμαι αναγκασμένος να βρίσκομαι μακριά από την Ελλάδα, κι έτσι στερήθηκα τη χαρά να πάρω μέρος στο Συνέδριο αυτό, που σκοπό έχει να μελετήσει τις βασικές αρχές των νέων θεσμών που αποφάσισε το Υπουργείο Παιδείας στην προσπάθειά του ν’ ανυψώσει μέσα στ’ άλλα και τη Μέση Εκπαίδευση. Τίποτε δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει την παρουσία του ανθρώπου. Αν, παρ’ όλους τους δισταγμούς, αποφάσισα στο τέλος να καταγράψω μερικές μου σκέψεις και να παρακαλέσω να διαβαστούν μπροστά στην ολομέλεια του Συνεδρίου, αυτό έγινε γιατί δεν ήθελα ν’ απουσιάζω ολωσδιόλου από μια τόσο μεγάλη συγκέντρωση συναδέλφων-για ένα θέμα μάλιστα τόσο σημαντικό για τη μελλοντική προκοπή του τόπου μας.

Επαναστατικό είναι το νέο εκπαιδευτικό σύστημα από πολλές πλευρές. Η πιο επαναστατική από όλες τις καινοτομίες του είναι ίσως η απόφαση, στο τριτάξιο Γυμνάσιο οι αρχαίοι Έλληνες κλασικοί να διδάσκονται από μετάφραση, και μόνο στην τελευταία τάξη να δίνεται μια γενική εισαγωγή στους νόμους του αρχαίου αττικού λόγου. Ο νεωτερισμός αυτός δημιουργεί ένα πλήθος προβλήματα στην πραχτική του εφαρμογή, προκαλεί όμως και καθαρά θεωρητικές απορίες. Το μεγάλο πρόβλημα, που είναι φυσικό να βασανίζει τον καιρό αυτό το φιλόλογο του Γυμνασίου, είναι αν το νέο σύστημα θα μπορέσει ν’ ανταποκριθεί στο βασικό σκοπό της διδασκαλίας των αρχαίων Ελληνικών, τη στιγμή που ο αρχαίος λόγος θα πάψει ν’ ακούγεται αυτούσιος στο Γυμνάσιο.
Γιατί αλήθεια διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά στα παιδιά που θέλουμε να μορφώσουμε, σε τόσο πολλές ώρες μάλιστα;
Τρεις είναι οι κύριοι λόγοι που μας υποχρεώνουν να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να επικοινωνήσουν όσο γίνεται περισσότερο με τον αρχαίο κόσμο.
Πρώτα απ’ όλα, γιατί είμαστε κι εμείς Έλληνες. Από τον καιρό του Ομήρου ως σήμερα έχουν περάσει κάπου δυο χιλιάδες εφτακόσια χρόνια. Στους αιώνες που κύλησαν οι Έλληνες βρεθήκαμε συχνά στο απόγειο της δόξας, άλλοτε πάλι στα χείλια μιας καταστροφής ανεπανόρθωτης-νικήσαμε και νικηθήκαμε αμέτρητες φορές· δοκιμάσαμε επιδρομές και σκλαβιές· αλλάξαμε θρησκεία· στους τελευταίους αιώνες η τεχνική επιστήμη μετασχημάτισε βασικά τη μορφή της ζωής μας· και όμως κρατηθήκαμε Έλληνες, με την ίδια γλώσσα-φυσικά εξελιγμένη-, με τα ίδια ιδανικά, τον ίδιο σε πολλά χαραχτήρα και με ένα πλήθος στοιχεία του πολιτισμού κληρονομημένα από τα προχριστιανικά χρόνια. Στον πνευματικό τομέα κανένας λαός δεν μπορεί να προκόψει, αν αγνοεί την ιστορία του, γιατί άγνοια της ιστορίας θα πει άγνοια του ίδιου του ίδιου του εαυτού του. Είμαι Έλληνας, συνειδητός Έλληνας, αυτό θα πει, έχω αφομοιώσει μέσα μου την πνευματική ιστορία των Ελλήνων από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα.

Ο δεύτερος λόγος που μας επιβάλλει να γνωρίσουμε την αρχαία πνευματική Ελλάδα είναι ότι είμαστε κι εμείς Ευρωπαίοι. Ολόκληρος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίζεται στον αρχαίο Ελληνικό, με συνδετικό κρίκο τον ρωμαϊκό. Με τους άλλους Ευρωπαίους μας δένει βέβαια και ο Χριστιανισμός, όσο και να μας χωρίζουν ορισμένα δόγματα. Μα και ο Χριστιανισμός έπρεπε να δουλευτεί πρώτα με την Ελληνική σκέψη, για να μπορέσει ν’ απλώσει έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ρίζα του πολιτισμού των Ευρωπαίων όλων είναι ο αρχαίος ελληνικός στοχασμός και η τέχνη, γι’ αυτό δεν μπορεί να τα αγνοεί κανείς, αν θέλει να αισθάνεται πως πνευματικά ανήκει στην Ευρώπη.

Μα ο κυριότερος λόγος που δεν επιτρέπεται οι νέοι μας ν’ αγνοούν την αρχαίαν Ελλάδα είναι άλλος: στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά του κόσμου ανακαλύφτηκε ο άνθρωπος ως αξία αυτόνομη, ο άνθρωπος που θέλει να κρατιέται ελεύθερος από κάθε λογής σκλαβιά, και υλική και πνευματική. Μέσα στους λαούς που περιβάλλουν τον ελληνικό χώρο στα παλιά εκείνα χρόνια υπάρχουν πολλοί με μεγάλο πολιτισμό, πάνω απ’ όλους οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες. Οι λαοί όμως αυτοί ούτε γνωρίζουν ούτε θέλουν τον ελεύθερο άνθρωπο. Το απολυταρχικό τους σύστημα επιβάλλει στα άτομα να σκύβουν αδιαμαρτύρητα το κεφάλι μπροστά στο βασιλέα και στους θρησκευτικούς αρχηγούς. Η ελεύθερη πράξη και η ελεύθερη σκέψη είναι άγνωστα στον εξωελληνικό κόσμο. Και οι Έλληνες; Πρώτοι αυτοί, σπρωγμένοι από μια δύναμη που βγαίνει από μέσα τους και μόνο, την δεσποτεία θα την μεταλλάξουν σε δημοκρατία, και από την άβουλη, ανεύθυνη μάζα του λαού θα πλάσουν μια κοινωνία από πολίτες ελεύθερους, που καθένας τους να νιώθει τον εαυτό του υπεύθυνο και για τη δική του και για των άλλων την προκοπή. Ο στοχασμός είναι κ’ αυτός ελεύθερος για τα πιο τολμηρά πετάματα του νου και της φαντασίας. Ο Έλληνας είναι ο πρώτος, που ενώ ξέρει πως δεν μπορεί ατιμώρητα να ξεπεράσει τα σύνορα του ανθρώπου και να γίνει θεός, όμως κατέχεται από μια βαθιά αισιοδοξία για τις ανθρώπινες ικανότητες και είναι γεμάτος αγάπη για τον άνθρωπο, που τον πιστεύει ικανό να περάσει τις ατέλειές του και να γίνει αυτό που πρέπει να είναι ο τέλειος άνθρωπος.

Αυτή η πίστη στον τέλειον άνθρωπο, συνδυασμένη με το βαθύ καλλιτεχνικό αίσθημα που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή, δίνει στον αρχαίον Έλληνα τον πόθο και την ικανότητα να πλάσει πλήθος ιδανικές μορφές σε ό,τι καταπιάνεται με το νου, με τη φαντασία και με το χέρι: στις απέριττες μορφές που σχεδιάζουν οι τεχνίτες στα αγγεία της καθημερινής χρήσης, στη μεγάλη ζωγραφική, στην πλαστική του χαλκού και του μαρμάρου, πάνω απ’ όλα στο λόγο τους, και τον πεζό και τον ποιητικό.

Αυτόν τον κόσμο θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, για να μορφωθούν· για να καλλιεργήσουν τη σκέψη τους αναλύοντας τη σκέψη των παλιών Ελλήνων· για να καλλιεργήσουν το καλλιτεχνικό τους αίσθημα μελετώντας ό,τι ωραίο έπλασε το χέρι και η φαντασία των προγόνων τους· για να μπορέσουν κι αυτοί να νιώσουν τον εαυτό τους αισιόδοξο, ελεύθερο και υπεύθυνο για τη μοίρα του ανθρώπου πάνω στη γη· προπαντός για να φουντώσει μέσα τους ο πόθος για τον τέλειον άνθρωπο.

Ας γυρίσουμε τώρα στο πρόβλημα που μας απασχολεί: από τη μια έχουμε το παλιό σύστημα, που επιβάλλει τη γνωριμία των αρχαίων κλασικών από τα πρωτότυπα κείμενα· το νέο σύστημα από την άλλη, που θέλει ν’ αντικαταστήσει τα πρωτότυπα με τις μεταφράσεις στο νέο Γυμνάσιο, που αντιστοιχεί με τις τρεις πρώτες τάξεις του παλιού. Ποιο από τα δυο εξυπηρετεί πιο πρόσφορα τους σκοπούς του Ανθρωπιστικού σχολείου;

Ποια ήταν τα αποτελέσματα του παλαιού συστήματος; Ας το ομολογήσουμε εμείς πρώτοι, οι φιλόλογοι, που τόσα χρόνια παλεύουμε στο Γυμνάσιο τον σισύφειο αγώνα να φέρουμε τον αρχαίο κόσμο κοντά στα παιδιά μας: Τα αποτελέσματα είναι μηδαμινά, μπροστά μάλιστα στον κόπο που καταβάλλουν και οι καθηγητές και οι μαθητές. Ας βάλουμε το χέρι στην καρδιά κι ας αναρωτηθούμε, σε πόσα παιδιά, απ’ αυτά που δεν ήταν να σπουδάσουν φιλολογία στο Πανεπιστήμιο, κατορθώσαμε να μεταδώσουμε τόσην οικείωση με την αρχαία γλώσσα και τόσον ενθουσιασμό για το κάλλος και την πυκνή ουσία του αρχαίου λόγου, ώστε φεύγοντας από το Γυμνάσιο, για να σπουδάσουν μιαν άλλην επιστήμη, θα θελήσουν κάποτε να καταφύγουν στο αρχαίο κείμενο, για να πλουτίσουν τον εσωτερικό τους κόσμο. Ξέρουν οι σύνεδροι φιλόλογοι, ας είναι και δέκα παιδιά καθένας τους, από τις χιλιάδες που πέρασαν από τα χέρια τους; Φοβούμαι πως και ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός. Με ποιο δικαίωμα τότε απασχολούμε αμέτρητες ώρες όλα τα παιδιά της Ελλάδας στο Γυμνάσιο, για να ωφεληθούν ελάχιστοι;

Θα μου προβληθεί ίσως μια αντίρρηση στους συλλογισμούς αυτούς: για τις ατελέστατες γνώσεις της αρχαίας ελληνικής παράδοσης που αποκομίζουν τα παιδιά μας από το Γυμνάσιο μπορεί να μη φταίει και τόσο το σύστημα, όπως δεν φταίει για την γενικά ελαττωματική κατάρτιση των μαθητών. Πλήθος άλλοι παράγοντες συντελούν στη θλιβερή αυτή κατάσταση: η πληθώρα των μαθητών μέσα σε μια τάξη· η έλλειψη από μεγάλες αίθουσες διδασκαλίας· η συστέγαση δυο Γυμνασίων σ’ ένα χτίριο· η επιβάρυνση των καθηγητών με πολλές ώρες διδασκαλίας και πολλά διορθώματα· η απουσία συστηματικών μεταπανεπιστημιακών επιμορφωτικών σπουδών, έτσι που να μπορούν οι λειτουργοί της Μέσης να συμπληρώνουν τις γνώσεις τους και να κατατοπίζονται στα νέα πορίσματα της επιστήμης τους· η απουσία ερμηνευτικών εκδόσεων και βοηθητικών βιβλίων για τον καθηγητή· τα εξωσχολικά ενδιαφέροντα των παιδιών· ο κινηματογράφος και το ραδιόφωνο, και πολλά έχουν δυσκολέψει αφάνταστα το έργο των εκπαιδευτικών στο σχολείο και γι’ αυτό τους είναι αδύνατο ν’ αποδώσουν ό,τι μπορούν και θέλουν. Αν τα εμπόδια αυτά βγουν από τη μέση, γιατί να μη κρατηθούμε στο παλιό, καθιερωμένο σύστημα της διδασκαλίας των αρχαίων κλασικών από το πρωτότυπο; Αν πάλι δεν βγουν από τη μέση τι έχουμε να περιμένουμε και με το νέο σύστημα; Το κάτω κάτω εμείς πάλι θα διδάσκουμε με τις μεγάλες ή μέτριες ικανότητές μας.

Η αντίρρηση αυτή είναι σωστή, ως ένα βαθμό όμως μόνο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πολλοί είναι οι παράγοντες που έχουν συντελέσει στην παρακμή του Γυμνασίου-τόσο μάλιστα, ώστε ελάχιστοι απόφοιτοί του να φεύγουν με μια συγκροτημένη κάπως σκέψη, με τις απαιτούμενες για έναν μορφωμένο άνθρωπο γενικές γνώσεις και με την ικανότητα να διατυπώνουν τους στοχασμούς και τα αισθήματά τους με ειρμό και χωρίς ασυχώρετα ορθογραφικά και συνταχτικά λάθη. Ακόμα δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Κράτος, τώρα που συνειδητοποίησε τη σημασία της παιδείας και θέλει να τη βγάλει από το τέλμα, όπου τόσα χρόνια λίμναζε, θα κοιτάζει με κάθε τρόπο να παραμερίσει και τους άλλους παράγοντες που αναστέλλουν την πρόοδο της παιδείας.

Οπωσδήποτε, για να μπορέσουμε να κρίνουμε δίκαια τα δύο συστήματα είναι ανάγκη να αντιπαραθέσουμε τους σκοπούς που επιδιώκουν και τα μέσα που χρησιμοποιούν, με την προϋπόθεση πως εφαρμόζονται σε σχολεία που από κάθε άλλη άποψη λειτουργούν ικανοποιητικά.

Τι χαρακτηρίζει ιδιαίτερα το σύστημα που ίσχυε ως σήμερα; Πρώτα πρώτα βέβαια η πεποίθηση πως οι ανθρωπιστικές σπουδές, για να οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα, πρέπει να γίνονται με τη μελέτη των κλασικών από το πρωτότυπο. Δεύτερο χαρακτηριστικό του παλιού συστήματος είναι η επιθυμία να γνωρίσουν οι μαθητές όσο γίνεται περισσότερους κλασικούς. Το αποτέλεσμα είναι να στριμώχνονται μέσα στον ίδιο σχολικό χρόνο τέσσερες και πέντε συγγραφείς, διαφόρων μάλιστα εποχών και συχνά με μεγάλες διαφορές στη γλώσσα. Τι κοινό έχει π.χ. η γλώσσα του Δημοσθένη με του Ομήρου, που ερμηνεύονταν παράλληλα στην Δ’ τάξη; Έπειτα, καθώς η ιστορία της ελληνικής γραμματείας δεν διδασκόταν πραγματικά ούτε υπάρχει γυμνασιακό εγχειρίδιο γραμματολογίας, το ανακάτωμα από συγγραφείς που ανήκουν στον 8ο, στον 5ο, και στον 4ο αιώνα είναι φυσικό να μεγαλώνει τη σύγχυση.

Ένα δεύτερο αποτέλεσμα του συστήματος αυτού είναι να ερμηνεύονται στα παιδιά πέντε-δέκα το πολύ σελίδες από κάθε κλασικό, και πριν καλά-καλά κατορθώσουν κάτι να καταλάβουν από τη γλώσσα, την τέχνη και τη σκέψη του ενός να έρχεται να τον εκτοπίσει ο άλλος με τις δικές του δυσκολίες. Και να σκέφτεται κανείς πως πριν από λίγα χρόνια σοφοί παιδαγωγοί είχαν αποφασίσει ν’ αυξήσουν τον αριθμό των αρχαίων συγγραφέων που ερμηνεύονται στο Γυμνάσιο με την προσθήκη των επιστημόνων, του Αριστοτέλη, του Θεοφράστου κ.ά.

Απ’ τα ίδια τα πράγματα, όσον ιδεώδεις και αν είναι οι άλλοι όροι του σχολείου, όσο ικανός ο καθηγητής, όσο έξυπνα και μελετηρά τα παιδιά του, είναι αδύνατο να καταχτηθούν κατά κάποιο τρόπο μέσα σ’ ένα χρόνο ο Αρριανός, ο Ισοκράτης, ο Λυσίας και ο Ηρόδοτος, ή -σε άλλη τάξη- ο Πλάτωνας, ο Θουκυδίδης, ο Όμηρος και ο Ευριπίδης.

Πόσο ακατόρθωτα είναι τα πράγματα που γυρεύει το αναλυτικό πρόγραμμα του παλιού Γυμνασίου το καταλαβαίνει κανείς, άμα σκεφτεί πως για την ερμηνεία του Επιταφίου του Περικλή -ενός από τα πιο δύσκολα κείμενα- δίνει τρεις βδομάδες μόνο καιρό. Τι να πρωτοκάνει μέσα στο διάστημα αυτό ο καθηγητής; Το κύριο έργο του θα πρέπει αναγκαστικά να περιοριστεί στην προσπάθεια να παραμεριστούν κάπως οι γλωσσικές δυσκολίες-αν παραμεριστούν κ’ αυτές. Καιρός για εμβάθυνση στο περιεχόμενο, στις πνευματικές, στις ηθικές και στις αισθητικές αξίες δεν βρίσκεται, ή κι αν βρεθεί, θα είναι ελάχιστος.

Μειονέχτημα του παλαιού συστήματος είναι και ότι με τους πολλούς συγγραφείς που ορίζει από το πρωτότυπο, αποκλείεται να δώσει σύνολα. Φυσικά, κανενός τύπου Γυμνάσιο δεν μπορεί να δώσει ολόκληρο το έργο ενός συγγραφέα, ακόμα λιγότερο ένα λογοτεχνικό είδος σε όλο του το πλάτος. Ο τύπος όμως του Γυμνασίου που ίσχυε ως σήμερα δεν πρόφταινε να δώσει ούτε καν μια μεγάλη ενότητα από ένα συγγραφέα, ούτε καν ένα γραμματειακό είδος στους κύριους εκπροσώπους του. Ακόμα και ο Επιτάφιος, που αποτελεί μια κλειστή θαυμαστή ενότητα, πόσο διαφορετικό χρώμα παίρνει για όποιον διαβάζει τη συνέχεια της ιστορίας του Θουκυδίδη, το ξέσπασμα του θανατικού στην Αθήνα, το θάνατο που Περικλή και τον χαρακτηρισμό του από τον ιστορικό!

Η απαίτηση να γνωρίσουν τα παιδιά μας στο Γυμνάσιο τους κλασικούς από το πρωτότυπο, συνδυασμένη με την επιθυμία να γνωρίσουν όσο γίνεται πιο πολλούς κλασικούς, ένα μόνο αποτέλεσμα μπορεί να έχει: να δίνει μόνο αποσπάσματα, ξεσκλίδια, χωρίς οργανική ενότητα, βιαστικά διαβασμένα, μισοκατανοημένα, αχώνευτα. Είναι λοιπόν ν’ απορήσει κανείς αν τα παιδιά μας φεύγοντας από το Γυμνάσιο δεν θέλουν ούτε ν’ ακούσουν για τους αρχαίους κλασικούς;

Πόσες μορφές μυθικές του αρχαίου ελληνικού κόσμου φωτίζουν το δρόμο των νέων μας, όταν έχουν αφήσει τα μαθητικά θρανία; Της Αντιγόνης, ναι, αν ο καθηγητής πρόφτασε να δώσει την ερμηνεία ολόκληρης της τραγωδίας, πράγμα αμφίβολο· το ίδιο και της Ιφιγένειας του Ευριπίδη. Ας πάρουμε όμως τον Όμηρο: στον παλιό τύπο του Γυμνασίου ερμηνεύονται μόνο η πρώτη και η έκτη ραψωδία της Οδύσσειας. Ας υποθέσουμε πως ο καθηγητής πρόφτασε να διδάξει και τις δυο ραψωδίες. Στην πρώτη ο μαθητής θα γνωρίσει τον Τηλέμαχο, μοναχά όμως σαν άπραγο ακόμα έφηβο· στην έκτη θα γνωρίσει τον Οδυσσέα, μοναχά όμως σαν ναυαγό· το πολύ να καταλάβει και την εξυπνάδα του κάπως, από το λόγο που απευθύνει στη Ναυσικά-τίποτε άλλο! Ούτε ο Οδυσσέας ούτε ο Τηλέμαχος δίνονται στα παιδιά μας σαν μορφές ολοκληρωμένες.

Στην πέμπτη τάξη του παλιού Γυμνασίου θα διδαχτεί η πρώτη και η έκτη ραψωδία της Ιλιάδας. Στην έκτη δεν γίνεται κανένας λόγος για τον Αχιλλέα. Μένει μόνο η πρώτη, για να γνωρίσει ο μαθητής τη μορφή του μεγάλου ήρωα. Θα τη γνωρίσει όμως μισερή και παραμορφωμένη: έναν Αχιλλέα που το πάθος της εκδίκησης για την αδικία που του έγινε τον σπρώχνει να διαβιβάσει με τη μητέρα του την παράκληση στο Δία να δώσει τη νίκη στους αντίμαχους των Ελλήνων. Δεν ξέρω αν στην τελευταία τάξη προφτάνουν οι συνάδελφοι να διδάξουν κάτι από τις τελευταίες ραψωδίες της Ιλιάδας. Και πάλι όμως, για να ολοκληρωθεί η μορφή του Αχιλλέα θα έπρεπε να διαβάσουν και τις Λιτές στην ένατη ραψωδία, ακόμα όλη την ενότητα που αρχίζει με την έξοδο του Πάτροκλου στον πόλεμο, στη δέκατη έκτη ραψωδία, ως το τέλος της Ιλιάδας, όταν ο Αχιλλέας, συμφιλιωμένος με το βασιλιά της Τροίας, θα του παραδώσει το νεκρό σώμα του Έκτορα, για να το θάψει. Τότε, τότε μόνο ο κατ’ εξοχήν Έλληνας ήρωας θα μπορούσε να φωτίσει τις ψυχές των νέων με όλη του την παλικαριά και την μεγαλοφροσύνη.

Ένα ακόμη μειονέχτημα του παλιού συστήματος· ήθελε βέβαια να δώσει όσο πιο πολλούς κλασικούς μπορούσε. Μα οι ώρες της διδασκαλίας των αρχαίων Ελληνικών δεν ήταν και απεριόριστες. Έτσι τα παιδιά μας έφευγαν από το Γυμνάσιο χωρίς να έχουν γνωρίσει τον Ησίοδο, τον Αισχύλο, τον Μένανδρο, τον Πλούταρχο. Καθώς μάλιστα η ιστορία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας δεν διδασκόταν συστηματικά, ο απόφοιτος του Γυμνασίου, κι αν είχε ακούσει κάτι για τον Αισχύλο, μια φορά τους άλλους τους αγνοούσε και ως ονόματα.

Δεν εξαντλήσαμε όμως τα μειονεκτήματα του Γυμνασίου του παλιού τύπου: Οι έξι τάξεις αποτελούσαν στο Γυμνάσιο αυτό μιαν ενότητα· όπως και για τ’ άλλα μαθήματα, το πρόγραμμά του για τα αρχαία Ελληνικά ολοκληρωνόταν μόνο όταν ο μαθητής τελείωνε και την τελευταία τάξη. Ποιος όμως συλλογιόταν τα παιδιά που από λόγους διάφορους αναγκαζόταν ν’ αφήνουν το σχολειό, πριν ολοκληρώσουν τις γυμνασιακές σπουδές τους; Και δεν ήταν λίγα τα παιδιά αυτά. Από τις επίσημες στατιστικές μαθαίνουμε πως ύστερα από την τρίτη τάξη, μόλις τα πενήντα πέντε στα εκατό συνέχιζαν στην τέταρτη. Ας αφήσουμε τα άλλα μαθήματα κ’ ας δούμε γι’ αυτά τα μισά σχεδόν παιδιά της Ελλάδας τι αποκόμιζαν από τον αρχαίο κόσμο, όταν άφηναν μισοτελειωμένο το Γυμνάσιο, για να ριχτούν στον αγώνα της ζωής: μια ατελέστατη γνώση της αρχαίας γλώσσας και μερικά σπαράγματα κειμένου από 5-6 πεζογράφους. Για τα 45% από τα παιδιά μας δεν υπάρχει ούτε καν η μικρή ωφέλεια, που έχουν από τους κλασικούς όσοι τελειώνουν τις γυμνασιακές σπουδές τους. Σκοτώθηκαν κι αυτά και οι δάσκαλοί τους, για να μάθουν την αρχαία γλώσσα και για να γνωρίσουν όχι και πολύ σπουδαίους συγγραφείς, έξω από τον Ηρόδοτο: τον Λουκιανό, τον Ξενοφώντα, τον Λυσία, τον Ισοκράτη, ό,τι γνώρισαν και από αυτούς! Και έφυγαν από το σχολείο και αγνοώντας απόλυτα την Ιλιάδα, το Θουκυδίδη, τον Σοφοκλή, τον Ευριπίδη, τον Πλάτωνα!

Και το νέο σύστημα; Μια και θα λείψει τώρα η δυσκολία της γλώσσας, τα παιδιά μας θα μπορούν να χαρούν τους παλιούς κλασικούς – πιο σωστά θα έλεγα: να χαρούν ορισμένους κλασικούς σε μεγαλύτερο πλάτος και βάθος. Γιατί, κατά τη γνώμη μου, είναι ολέθριο το σύστημα στην ίδια τάξη να διδάσκονται παράλληλα πολλοί συγγραφείς, που ανήκουν σε διάφορες εποχές και σε διάφορα λογοτεχνικά είδη. Στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου θα έλεγα να διδαχτούν μόνο Οδύσσεια και Ηρόδοτο, όλο το χρόνο, και τίποτε άλλο. Έτσι τα παιδιά θα προφτάσουν να γνωρίσουν από το έργο του Ομήρου τουλάχιστο 10 ραψωδίες· μα και τις υπόλοιπες θα τις διαβάσουν μόνα τους, γιατί θα έχουν αγαπήσει τον ποιητή: πρώτα πρώτα γιατί θα μιλάει στη γλώσσα τους· έπειτα γιατί ο καθηγητής θα έχει τώρα όλο τον καιρό και ιστορικά να τοποθετήσει τον Όμηρο και για τη θρησκεία του να μιλήσει, και για τη μυθολογία του, και για τα ήθη και έθιμα της εποχής του, προπαντός για τη μεγάλη του τέχνη-όλα τα προβλήματα που γοητεύουν τους νέους. Ενώ ως τώρα, τόσο λίγη ύλη που τους δίναμε, ούτε μπορούσαμε, μα ούτε και τον καιρό είχαμε να τους οδηγήσουμε σε τέτοιους προβληματισμούς. Τους βασανίζαμε με την ομηρική, γεμάτη ποικιλία, γραμματική και το λεξιλόγιο, χωρίς να τα μαθαίνουν κι αυτά!

Τώρα θα μπορέσουν να παρακολουθήσουν και όλη την πορεία της «παιδείας» του Τηλέμαχου, από τον πρωτόβγαλτο έφηβο της πρώτης ραψωδίας ως τη στιγμή του, άντρας πια, θα πολεμήσει στο πλευρό του πατέρα του. Και η μορφή του Οδυσσέα θα τους παρουσιαστεί σε όλο της το βάθος και το πλάτος: πώς ο ήρωας παλεύει-με την παληκαριά του και με την εξυπνάδα του-να γλιτώσει τους συντρόφους του από το χαμό· πώς αντιδρά με την πείρα του και την υπομονή του στις συφορές που του σωρεύουν οι θεοί και η μοίρα· πώς κερδίζει το σεβασμό και την αγάπη των Φαιάκων αγνώριστος ακόμα, αυτός που φτάνει στο νησί τους χωρίς να κρατάει τίποτε πάνω του, ούτε καν ένα κουρελιασμένο ρούχο, να κρύψει τη γύμνια του· πώς με την παλικαριά του και την εξυπνάδα του πάλι θα σκοτώσει τους μνηστήρες· πώς θα ξαναγυρίσει στη γυναίκα του ξεπερνώντας τόσες περιπέτειες και τόσους πειρασμούς.

Το ίδιο θα χορτάσουν τώρα Ηρόδοτο τα παιδιά μας· θα τον γνωρίσουν όχι μόνο από τα κεφάλαια που δίνουν περιγραφές μαχών, αλλά και από εκεί που φωτίζει πρόσωπα και πράγματα με τα ατέλειωτα χαριτωμένα ανέκδοτά του. Θα τον χαρούν και όταν περιγράφει μιας χώρας τους θεούς, τους ανθρώπους, τα ζώα, τα βουνά και τα ποτάμια. Θα μπορέσουν ακόμα ως ένα σημείο να παρακολουθήσουν με ποιο τρόπο ο Ηρόδοτος κατόρθωσε να οργανώσει όλη την πολυποίκιλη ιστορική και εθνογραφική ύλη που είχε μαζέψει στα ταξίδια του.

Σε μιαν άλλη τάξη του Γυμνασίου οι μαθηταί θα γνωρίσουν την τραγωδία, και τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη, δυο τρία έργα από τον καθένα, άλλα με περισσότερην ενβάθυνση και άλλα με απλή ανάγνωση.

Παράλληλα-και αυτό το θεωρώ απαραίτητο-θα δοθεί στα χέρια των παιδιών μια αρκετά διεξοδική ιστορία της αρχαίας λογοτεχνίας, γραμμένη απλά και επαγωγά, με άφθονες μεταφράσεις όχι για να τη μάθουν απέξω, αλλά για να μπορέσουν ν’ αποχτήσουν μια κάπως ολοκληρωμένη εικόνα της λογοτεχνικής δημιουργίας των αρχαίων Ελλήνων.

Έτσι το Ελληνόπουλο, φεύγοντας από το τριτάξιο Γυμνάσιο θα έχει ανθρωπιστική μόρφωση ασύγκριτα μεγαλύτερη από ό,τι σήμερα. Προπαντός θα έχει αγαπήσει τον αρχαίο κόσμο, και είναι βέβαιο πως θα έρχεται συχνότερα κοντά του από μεταφράσεις.

Μα η μετάφραση υστερεί πάντα μπροστά στο πρωτότυπο έργο. Ειδικά η αρχαία γλώσσα με την ποικιλία της, με την ευστροφία της, με την πλαστικότητά της, με τους πολλούς ονοματικούς προσδιορισμούς που διαθέτει (πτώσεις, μετοχές, απαρέμφατα) είναι αυτή καθ’ εαυτή ένα αγαθό μορφωτικό. Έπειτα μορφή και περιεχόμενο στο μεγάλο έργο δεν χωρίζονται, μόνο αποτελούν μια χημική ένωση δυσκολοξεδιάλυτη· ο μεγάλος συγγραφέας εκφράζεται και με τη μορφή.

Την ορθότητα των ισχυρισμών την ξέρω και εγώ πολύ καλά, ίσως καλύτερα από πολλούς. Νομίζω όμως πως ανήκει στη σοφία της ζωής να ξέρεις τι μπορεί να πετύχεις και να πετυχαίνεις, όχι να κυνηγάς τα αδύνατα και να μην κατορθώνεις τίποτε.

Και κάτι άλλο όμως: η μετάφραση έχει πολύ διαβληθεί στον τόπο μας· από τη μια από τους ανθρώπους που πιστεύουν πως ό,τι ευγενικό και ωραίο ειπώθηκε στην αρχαία Ελληνική γλώσσα, όταν μεταφραστεί στη γλώσσα του λαού μας, αναγκαστικά ασχημίζει και εκχυδαΐζεται. Από την άλλη υποπτεύονται τη μετάφραση εκείνοι που χρησιμοποίησαν ή είδαν τα παιδιά τους να χρησιμοποιούν τις φοβερές σχολικές, που λέγονται, μεταφράσεις, όπου δεν ξέρει κανείς τι κακοπαθεί περισσότερο, το νόημα του κειμένου ή η σημερινή μας γλώσσα. Τέλος και οι οργανωμένες σειρές εκδόσεων αρχαίων συγγραφέων από διάφορους λόγους δεν βοήθησαν και πολύ για ν’ αγαπηθεί η μετάφραση.

Η αλήθεια είναι πως μια μετάφραση, όταν γίνεται από άνθρωπο που ξέρει και την αρχαία και τη νέα μας γλώσσα καλά, κι ακόμα έχει συναίσθηση της σημασίας του έργου του, -μια καλή μετάφραση, κι αν δεν μπορεί να ισοσταθμίσει το πρωτότυπο, μια φορά δεν είναι και τόσο χωρίς αξία, όσο θέλουν να την παρουσιάζουν μερικοί. Μπορεί να μη δίνει τα 100 στα 100 από τις αξίες του πρωτότυπου έργου-και δεν μπορεί ποτέ να τα δώσει, τα 80 όμως μπορεί να τα δώσει. Αν ο μεταφρασμένος αρχαίος κλασικός δεν ήταν στοιχείο μορφωτικό μεγάλο κι αυτός, αν δεν επαίδευε κι αυτός με το περιεχόμενο που διατηρεί και με τη δική του μορφή, ας είναι και ατελέστερη, δεν θα έχαναν τον πολύτιμο καιρό τους τόσοι και τόσοι κλασικοί φιλόλογοι σε όλο τον κόσμο-στα τελευταία μάλιστα χρόνια οι πιο εκλεχτοί για να μεταφέρουν τ’ αρχαία κείμενα στη γλώσσα του καθένας. Αρχαία Ελληνικά, και καλά μάλιστα, δεν μπορεί να μαθαίνει όλος ο κόσμος, ούτε θα ήταν ικανός γι’ αυτό, τούτο όμως δεν μας δίνει το δικαίωμα να του στερήσουμε ολωσδιόλου την ανεξάντλητη και αναντικατάστατη πηγή της μόρφωσης, που είναι οι αρχαίοι Έλληνες κλασικοί.

Τα παιδιά μας που δεν θα συνεχίσουν τις σπουδές τους, φεύγοντας από το τριτάξιο Γυμνάσιο, για να ακολουθήσουν ένα επάγγελμα, ανήκουν στον κόσμο, που δεν θα ξέρει τ’ αρχαία Ελληνικά. Μα με την οικείωσή τους με τους αρχαίους κλασικούς, ας είναι και από τις μεταφράσεις, θα έχουν αποχτήσει κάτι πολύτιμο. Θα τους έχει ανοιχτεί η αυλαία σ’ έναν κόσμο θαυμαστό σε ομορφιά και σε σκέψη, και είμαι βέβαιος πως θα ξαναγυρίζουν σ’ αυτόν και αργότερα, πράγμα που δεν γίνεται σήμερα.

Όσοι συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Λύκειο, θα γνωρίσουν τους κλασικούς και από το πρωτότυπο, σε περισσότερες μάλιστα ώρες απ’ ό,τι σήμερα. Φτάνουν όμως τα τρία χρόνια; Κατά τη γνώμη μου για να μπεις βαθιά στα μυστικά του αρχαίου λόγου, δεν φτάνουν ούτε δέκα χρόνια σπουδής. Ο HERMANN, ο μεγάλος γερμανός φιλόλογος, έλεγε, λίγο πριν πεθάνει: UTINAM ESSEM BONUS GRAMMATICUS! Και όμως είχε φάει όλη του τη ζωή μελετώντας τα γραμματικά φαινόμενα της ελληνικής γλώσσας!

Για τα παιδιά μας που θα σπουδάζουν στο Λύκειο, τα τρία χρόνια φτάνουν· μια φορά θα μαθαίνουν καλύτερα την αρχαία ελληνική γλώσσα από ό,τι τη μαθαίνουν σήμερα. Πρώτα, πρώτα, γιατί θα είναι ωριμότερα, στα χρόνια, κι ακόμα γιατί ο αρχαίος κόσμος θα τους είναι οικείος πια από το Γυμνάσιο· και όχι μόνο οικείος, αλλά και αγαπητός.

Το ξέρουν οι συνάδελφοι πως ένας από τους κυριότερους λόγους που το μάθημα των αρχαίων ελληνικών δεν προκόβει είναι γιατί τα παιδιά μας με τις δυσκολίες που αντικρίζουν στη γλώσσα δεν μπορούν να πλησιάσουν την ουσία των αρχαίων κειμένων και γι’ αυτό δείχνουν απόλυτη αδιαφορία, αν όχι και αποστροφή. Τώρα όμως, που ο νέος θα ξέρει από πριν το περιεχόμενο της Οδύσσειας, είναι εύκολο να του κινηθεί το ενδιαφέρον να γνωρίσει και τους αθάνατους στίχους του ίδιου του Ομήρου και να τους συγκρίνει με τους στίχους της μετάφρασης που ξέρει. Το ίδιο, όταν θα του είναι γνωστό το βάθος της σκέψης του Θουκυδίδη, δεν θ’ αδιαφορήσει, όταν ο καθηγητής του δείξει στο πρωτότυπο, πώς αυτό το βάθος εκφράζεται και με το μοναδικό ύφος του ιστορικού, με τη στιφνή του σύνταξη, με τη συσσώρευση ονοματικών προσδιορισμών, με τη δημιουργία δικών του λέξεων κ.λπ. Και της γλώσσας του Σοφοκλή θα μπορεί τώρα να εχτιμήσει καλύτερα την ομορφιά, έτσι που δεν θα γνωρίζει για πρώτη φορά τον τραγικό.

Ένας καινούργιος δρόμος χαράζεται για την ελληνική παιδεία, που υπόσχεται πολύ γονιμότερα αποτελέσματα. Χωρίς εμπόδια δεν θα είναι βέβαια και αυτός. Είναι όμως στο χέρι των φιλολόγων να παραμερίσουν τα εμπόδια και να εφαρμόσουν το καινούργιο σύστημα με πίστη και ενθουσιασμό. Και είμαι βέβαιος πώς δεν θα περάσουν πολλά χρόνια, που οι καλόπιστοι άνθρωποι θα ομολογήσουν, κι αυτοί ακόμα που σήμερα στέκουν κάπως δισταχτικοί μπροστά στο νέο σύστημα, πως με τα μέτρα αυτά έγινε ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός στην παιδεία της πατρίδας μας.

*Πηγή: http://www.greek-language.gr/greekLang/portal/blog/archive/2013/09/12/5347.html

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Σπάνια ελληνικά χειρόγραφα στο διαδίκτυο



Σπάνια ελληνικά χειρόγραφα στο διαδίκτυο
ψηφιοποιήθηκαν από βιβλιοθήκες του Βατικανού και της Οφξόρδης  

Τα ομηρικά έπη, έργα του Σοφοκλή, του Πλάτωνα και του Ιπποκράτη που περιλαμβάνονται σε σπάνια χειρόγραφα της ελληνικής συλλογής της Αποστολικής Βιβλιοθήκης του Βατικανού καθώς και ελληνικά χειρόγραφα από την εξαιρετική συλλογή της Βοδληιανής Βιβλιοθήκης της Οφξόρδης είναι προσβάσιμα σε όλους στο διαδίκτυο από τον κοινό ιστότοπο των δύο βιβλιοθηκών. Ο ιστότοπος εγκαινιάστηκε επισήμως την Τρίτη 3 Δεκεμβρίου και ο χρήστης του διαδικτύου θα βρίσκει εκεί έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό ψηφιοποιημένων χειρογράφων, αρχετύπων και παλαίτυπων βιβλίων από τις συλλογές των δύο εκπληκτικών βιβλιοθηκών.

Όπως γράφαμε τον περασμένο Μάιο στο «Βήμα», στο άρθρο «Δημόσιες ψηφιακές βιβλιοθήκες εναντίον google», οι δύο βιβλιοθήκες, από τις παλαιότερες και σημαντικότερες βιβλιοθήκες στον κόσμο, αποφάσισαν να συνεργαστούν για τη δημιουργία μιας κοινής ψηφιακής βιβλιοθήκης που χρηματοδοτεί το Ίδρυμα Πολόνσκι. Το πρόγραμμα ψηφιοποίησης αναμένεται να διαρκέσει τέσσερα χρόνια και στη διάρκειά του θα ψηφιοποιηθούν και θα είναι ελεύθερα προσβάσιμες στους ερευνητές και στο ευρύ κοινό ενάμισι εκατομμύριο σελίδες αρχαίων, κυρίως, κειμένων. Ελληνικά και εβραϊκά χειρόγραφα, αρχέτυπα του 15ου αιώνα, ανεκτίμητο ερευνητικό υλικό για την ιστορία του δυτικού πολιτισμού, που βρισκόταν μοιρασμένο εδώ και αιώνες στις δύο βιβλιοθήκες, θα ενωθεί στο διαδίκτυο.

Ανάμεσα στα τεκμήρια της Βοδληιανής που θα ψηφιοποιηθούν είναι ένα από τα καταστατικά επιτεύγματα της τυπογραφίας του Γουτεμβέργιου, ένα από τα 50 σωζόμενα αντίτυπα της Βίβλου. Τυπωμένη με κινητά μεταλλικά στοιχεία το 1455, η Βίβλος του Γουτεμβέργιου θεωρείται το βιβλίο-σταθμός που σηματοδοτεί την αρχή της «επανάστασης της τυπογραφίας».

Στον ιστότοπο δημοσιεύονται επίσης επιστημονικές μελέτες σχετικά με κείμενα που απόκεινται στις δύο βιβλιοθήκες αλλά και συνεντεύξεις με τους βιβλιοθηκονόμους τους καθώς και με τον αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι Τζάστιν Ουέλμπι. Όπως δήλωσε ο τελευταίος στη βρετανική εφημερίδα «Guardian», «η ψηφιοποίηση του υλικού αυτού είναι υψίστης και παγκόσμιας σημασίας» καθώς θα ενωθούν στο διαδίκτυο κείμενα τα οποία αρχικά ανήκαν στην ίδια συλλογή ή στον ίδιο κώδικα αλλά βρίσκονταν επί αιώνες μοιρασμένα στις δυο βιβλιοθήκες. «Τα κείμενα αυτά, με την εικόνα τους, την υλική τους υπόσταση εμπνέουν τη λατρεία προς τον Θεό», λέει σε σχετικό podcast ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι για τα πρώτα έντυπα θρησκευτικά βιβλία.

Για την ιστορία, θυμίζουμε ότι η Βατικανή Βιβλιοθήκη ιδρύθηκε το 1451 από τον Πάπα Νικόλαο Ε΄. Περιλαμβάνει κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και έργα Φιλοσοφίας, Ιστορίας και Φυσικών Επιστημών. Τον αρχικό πυρήνα της αποτελεί μια συλλογή του Πάπα Νικόλαου Ε΄ από 1.200 χειρόγραφους ελληνικούς, λατινικούς και εβραϊκούς κώδικες που μεταφέρθηκαν στη Ρώμη από τη Δύση και την Ανατολή. Στη Βατικανή Βιβλιοθκη απόκειται ο αρχαιότερος εβραϊκός κώδικας και ένα αντίγραφο της Βιβλίου γραμμένο στην Ιταλία που χρονολογείται στα 1100. Η βιβλιοθήκη φημίζεται για τη σπάνια συλλογή της από 8.900 αρχέτυπα.

Πυρήνα της Βοδληιανής Βιβλιοθήκης, η οποία άνοιξε για τους ερευνητές το 1602, αποτέλεσε η πλούσια βιβλιοθήκη του Δούκα Χάμφρεϊ (1390-1447) του 1488. Σήμερα περιλαμβάνει και παλαιότερες συλλογές και αποτελεί μία από τις έξι αποθετήριες βιβλιοθήκες του Ηνωμένου Βασιλείου, στην οποία υποχρεούνται, βάσει νόμου, να καταθέτουν αντίτυπα των εκδόσεών τους οι βρετανοί εκδότες.


Οι ελληνικές συλλογές της Βατικανής Βιβλιοθήκης

«Η μεγάλη σημασία της συλλογής ελληνικών χειρογράφων της Βατικανής Βιβλιοθήκης δεν εδράζεται στον πλούτο της, μολονότι περιλαμβάνει 5.000 τόμους» διαβάζουμε στον κοινό ιστότοπο των δυο βιβλιοθηκών. Για την ακρίβεια, μόνο τέσσερις-πέντε βιβλιοθήκες στον κόσμο μπορούν να τη συναγωνιστούν σε αριθμό ελληνικών τόμων. Η σημασία της συλλογής έγκειται όμως κυρίως στην ποιότητα του υλικού. «Πολλά από τα χειρόγραφα της συλλογής είναι ανυπολόγιστης αξίας, είτε λόγω της ιστορικής σημασίας των κειμένων που περιέχουν είτε λόγω της απαράμιλλης ομορφιάς τους. Έργα του Ομήρου, του Σοφοκλή, του Πλάτωνα και του Ιπποκράτη καθώς και χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης και κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας εικονογραφούνται με θαυμάσιες βυζαντινές μικρογραφίες».


Η ιστορία του βιβλίου, από το χειρόγραφο στο ψηφιακό κείμενο

Στο μπλογκ που φιλοξενείται στον ιστότοπο διακεκριμένοι μελετητές παρουσιάζουν κείμενα, περιγράφουν κώδικες και σχολιάζουν ζητήματα σχετικά με την πατρότητα ή τη χρονολόγησή τους. Συναρπαστικές για όσους γοητεύονται από την τέχνη του βιβλίου είναι οι βήμα-βήμα περιγραφές και οι φωτογραφίες των εργασιών συντήρησης και αποκατάστασης των πολύτιμων τεκμηρίων στα εργαστήρια συντήρησης των δύο βιβλιοθηκών και οι αναρτήσεις που αφορούν ποικίλα θέματα της Ιστορίας του βιβλίου.

Ακούστε εδώ έναν ευφυή παραλληλισμό των παλίμψηστων χειρογράφων του Μεσαίωνα με τη σύγχρονη τεχνολογία του hypertext και την αναγνωστική συμπεριφορά στον καιρό του διαδικτύου.

Δείτε την υποδειγματική ψηφιοποίηση και περιγραφή των ψηφιακών τεκμηρίων και τον κατάλογο των ψηφιοποιημένων και υπό ψηφιοποίηση αρχέτυπων και παλαίτυπων βιβλίων από τις δύο βιβλιοθήκες.

Κουζέλη Λαμπρινή -www.tovima.gr

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Αποκαλύπτεται η Αρχαία Θουρία στη Μεσσηνία


Τα ερείπια ενός πολυτελούς και λαμπρού ναού στην αρχαία Θουρία.

Της Γιωτα Συκκα



Ο τόπος μοιάζει ευλογημένος. Δέκα μόλις χιλιόμετρα από την Καλαμάτα, γεμάτος με συκιές και ελιές, ένα τοπίο που μοιάζει με ησυχαστήριο έχοντας θέα τον Μεσσηνιακό κόλπο. Και με όλα αυτά τα ευρήματα που αποκαλύπτονται κάθε χρόνο, θα μπορούσε να γίνει ένας εξαιρετικός προορισμός. Για τους αρχαιολόγους, πολύ περισσότερο για την ανασκαφέα του, την Ξένη Αραπογιάννη, είναι ένας παράδεισος. Οπου κι αν περπατήσεις, προβάλλουν αρχιτεκτονικά μέλη, κίονες, επιστύλια, γείσα, λες και είναι χαρισμένα από τη φύση. Είναι η αρχαία Θουρία.

«Η σημαντικότερη πόλη της Μεσσηνίας», όπως μας λέει η υπεύθυνη των ανασκαφών, «πριν ιδρύσει ο Επαμεινώνδας το 369 π.Χ. την αρχαία Μεσσήνη». Από το 2007 άρχισε τις δοκιμαστικές τομές στην περιοχή εντοπίζοντας τα πρώτα κτίρια.

Ο φύλακας του χώρου Αντώνης Τσαγκλής την οδήγησε σε ένα δύσκολο γεμάτο άγριους θάμνους και έναν πυκνό καλαμιώνα σημείο, τη θέση Παναγίτσα, όπως τη λένε, εξαιτίας της εκκλησούλας που έχει χτιστεί από αρχαίο οικοδομικό υλικό. Εκεί έστεκε επιβλητικά το αρχαίο τείχος κατασκευασμένο από τεράστιους ογκόλιθους. «Από τη μορφολογία του εδάφους και τον μεγάλο αναλημματικό τοίχο που είχα βρει, περίμενα ότι θα εντοπίσουμε σημαντικά αρχαία, δεν φανταζόμουν όμως ότι θα πέσουμε στο Ασκληπιείο. Εύρημα σημαντικό, διότι έχουμε να κάνουμε με τις πρώτες αρχαιότητες που εμφανίζονται στην αρχαία Θουρία». Η κατοίκηση του λόφου ανάγεται ήδη στην 3η χιλιετία π.Χ. Στη μυκηναϊκή εποχή είναι φανερό πως γνώρισε τεράστια άνθηση όπως αποκαλύπτουν η μυκηναϊκή νεκρόπολη και ο ηγεμονικός θολωτός μυκηναϊκός τάφος που μαρτυρούν συνεχή χρήση έως τους ύστερους κλασικούς χρόνους. Την ταύτισαν με την ομηρική Ανθεια, άλλοι με την Αίπεια, κάποιοι με το Λεύκτρον. «Ομως η αρχαία πόλη, δηλαδή των κλασικών χρόνων που συνέχισε να κατοικείται μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους (απλώς μεταφέρθηκε από το ύψωμα λίγο χαμηλότερα στην πεδιάδα), δεν είχε εμφανιστεί, εκτός από τα τείχη της ακροπόλεως που ήταν ορατά σε μια έκταση και μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε».

Ο καθαρισμός από την οργιώδη βλάστηση άρχισε αμέσως. Ο αναλημματικός τοίχος, μήκους 14 μ. και ύψους 3 μ., αποκαλύφθηκε ολόκληρος και συγκρατούσε ένα πλατύ άνδηρο που καταλάμβανε έκταση περίπου 600 τ.μ. Οι δοκιμαστικές τομές στην επιφάνειά του εντόπισαν τα πρώτα οικοδομήματα, ενώ και ένας δεύτερος ισοδομικός αναλημματικός τοίχος, μήκους 30 μ., ανασκάφηκε προς τα νότια ως επέκταση του προηγούμενου.

Το 2009 η ανασκαφή στη θέση Παναγίτσα της αρχαίας Θουρίας έγινε συστηματική υπό την αιγίδα της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Λαμπρό οικοδόμημα

Χρειάστηκε ολόκληρη επιχείρηση για να απομακρυνθούν οι τεράστιοι βράχοι που είχαν πέσει στα αρχαία οικοδομήματα. Και τότε ήρθαν στο φως «τα ερείπια ενός λαμπρού ιερού, στη δυτική πλαγιά του λόφου της αρχαίας πόλης, εκτός των τειχών».

Το κτίριο, χτισμένο από μεγάλους ορθογώνιους λιθοπλίνθους κατά το ισοδομικό σύστημα, «ήταν αναμφίβολα δημόσιο», ενώ ανάμεσα στις πεσμένες κεραμίδες της στέγης, βρέθηκαν κάποιες με τη σφραγίδα: ΔΑΜΟΣΙΟΙ.

«Κατά μήκος της νότιας μακράς πλευράς του υπήρχε ιωνική στοά, επάνω στον στυλοβάτη της οποίας βρέθηκαν στη θέση τους οι βάσεις πέντε κιόνων της ιωνικής κιονοστοιχίας, ενώ στέκεται όρθια στη θέση της η μία παραστάδα της θύρας της ιωνικής στοάς, με πεσμένο δίπλα της το τμήμα του επιστυλίου που αποτελούσε το ανώφλι της». Σε μικρή απόσταση, αποκαλύφθηκαν τα ερείπια δωρικού ναού.

Το μνημείο, λέει η κ. Αραπογιάννη, εδράζεται σε δίβαθμη κρηπίδα και αποτελείται από τέσσερις δωρικούς ημικίονες στις στενές και 6 ημικίονες στις μακρές πλευρές. Εσωτερικά αποτελείται από στενό πρόναο, σχεδόν τετράγωνο σηκό, που επικοινωνούν μεταξύ τους με μια θύρα η οποία εδράζεται σε πλατύ κατώφλι. Σε άριστη κατάσταση και το δάπεδο του σηκού, όπου σε μια πλευρά του βρέθηκε «θησαυρός», χρηματοκιβώτιο της εποχής, για να ρίχνουν οι πιστοί νομίσματα.

Στην επάνω επιφάνειά του, επιγραφή του 4ου-3ου αι. π.Χ. μας πληροφορεί ότι ο αρχιτέκτων ονομαζόταν Θεόδωρος! Εντυπωσιακή είναι και η λίθινη «ράμπα» εισόδου, οι αναθηματικές στήλες που βρέθηκαν εκατέρωθεν αυτής, ενώ επιγραφές μαρτυρούν ότι γονείς αφιέρωναν τα αγάλματα των παιδιών τους στον Ασκληπιό και την Υγεία.

Αν και στις μέρες μας μοιάζει εξαντλητική η αναζήτηση χορηγών, η ανασκαφή δεν μπορεί να κάνει χωρίς αυτούς. Εδώ βοήθησαν ο Δήμος Καλαμάτας, επίσης η κ. Β. Καρέλια (καπνοβιομηχανία), όμως το όνειρο είναι η ανάδειξη όλου του Ασκληπιείου. Σε ομάδα αρχιτεκτόνων ανατέθηκε η μελέτη μερικής αναστήλωσης, ενώ το ερασιτεχνικό στέγαστρο που προστάτεψε τα αρχαία από τις καιρικές συνθήκες απαιτεί κάτι καλύτερο.

Κάθε ανασκαφική περίοδος είναι αποκαλυπτική. «Η συγκίνηση δεν κρύβεται ούτε από τους εργάτες της ανασκαφής», λέει η Ξένη Αραπογιάννη που υπηρέτησε 37 χρόνια στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, διετέλεσε 20 χρόνια διευθύντρια στην Ολυμπία και ύστερα στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας την οποία ίδρυσε και παρέμεινε μέχρι το 2011, όταν αναγκάστηκε να φύγει με τα μέτρα υποχρεωτικής συνταξιοδότησης. Μια Αθηναία που διάλεξε να ζει στην Καλαμάτα, και χτυπά η καρδιά της για την αρχαία Θουρία.
www.kathimerini.gr